Archive for February 6th, 2009

Η σημασία της Ελληνικής Φιλοσοφίας

February 6th, 2009 | Uncategorized | Comments Off

Το παρόν κείμενο είναι από τον βιβλίο των ΤΣΕΛΛΕΡ – ΝΕΣΤΛΕ, “Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας” εκδ. το 1942 από το Παν/μιο Θεσσαλονίκης. Η πρώτη έκδοσή του ήταν το 1883 και η πρώτη του ελληνική μετάφραση το 1886 από τον Μαργαρίτη Ευαγγελίδη.

Η σημασία της ελληνική φιλοσοφίας

Γιατί καταγινόμαστε στην ελληνική φιλοσοφία ακόμα σήμερα, 1400 χρόνια από τότε που ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε (529 μ. Χ.) την τελευταία ελληνική φιλοσοφική σχολή, την Πλατωνική Ακαδημία της Αθήνας; Μιάμιση χιλιετηρίδα χριστιανική παιδεία δεν έφτασε να ξεπεράσει αυτή την «ειδωλολατρική» φιλοσοφία και να την κάνει άχρηστη για μας; Η φιλοσοφία των νέων χρόνων δεν προχώρησε τόσο πέρα από τα πορίσματα της ελληνικής διανόησης όσο η φυσική επιστήμη κ’ η τεχνική προχώρησαν πέρα από το σκαλοπάτι που το είχαν φτάσει στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, ώστε να μη χρειαζόμαστε να διδαχτούμε τίποτε απ’ αυτή; Μήπως κάθε λαός και κάθε εποχή δεν έχουν τη δική τους φιλοσοφία, και μπορεί η φιλοσοφία ενός από καιρό περασμένου λαού, όπως οι Έλληνες, να έχει για μας άλλο ενδιαφέρον παρά της αρχαιομάθειας; Τέτοια ερωτήματα είναι υποχρεωμένος να θέτει όποιος καταπιάνεται με τη μελέτη της ελληνική φιλοσοφίας και να προσπαθήσει ν’ απαντήσει σ’ αυτά.
Πρώτα είναι χωρίς άλλο μια ιστορική περιέργεια, που τραβάει και το νεότερο άνθρωπο σ’ αυτή τη μελέτη. Η ελληνική φιλοσοφία είναι σπουδαίο συστατικό της ευρωπαϊκής πνευματικής ζωής, που χωρίς αυτή δε θα μπορούσε να καταλάβομε την ανάπτυξή της. Μα σ’ αυτό το καθαρά ιστορικό αντίκρισμα η ιστορία της φιλοσοφίας προβάλλει σα μέρος της ιστορίας του πολιτισμού, πρώτα του πολιτισμού του ελληνικού λαού. Κ’ είναι μέρος της χωρίς άλλο, αφού το καθέ φιλοσοφικό σύστημα κ’ οι προσωπικοί του δημιουργοί ριζώνουν στη γενική πνευματική ιδιοσυγκρασία του καιρού, άρα είναι ιστορικά καθορισμένοι, ακόμα κι όταν ξεπερνούν την εποχή τους, και με τα διανοήματά τους δείχνουν καινούργιους δρόμους στις κατοπινές γενεές. Όμως η ιστορία της φιλοσοφίας έχει και τους ιδιαίτερους της νόμους, γιατί οι προσπάθειες των φιλοσόφων να λύσουν το κοσμικό πρόβλημα δεν παρουσιάζουν εξωτερική μονάχα και λίγο πολύ τυχαία αλληλουχία, παρά το ένα πρόβλημα φυτρώνει από το άλλο μ’ εσωτερική αναγκαιότητα, το ένα σύστημα σέρνει το άλλο πίσω του σαν προκοπή ή σα συμπλήρωμα, σαν αντίφαση ή σαν αντίθεση. Έτσι κ’ η ιστορία της φιλοσοφίας ενός λαού καθρεφτίζει την ανάπτυξη της διανόησής του κ’ η ιστορία της γνώσης καταντάει, από τη δική της μεριά, ένα κομμάτι γνώση της ιστορίας.
Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για ιστορία της φιλοσοφίας σε γενική έννοια; Ο κάθε λαός, ο κάθε πολιτισμένος κάν λαός, δεν κατάφερε να κάνει φιλοσοφία. Πολλοί λαοί έχουν αγίους, προφήτες, θρησκευτικούς μεταρρυθμιστές, πολύ λίγοι όμως φιλοσόφους. Από τους λαούς της αρχαιότητας υπολογίσιμοι είναι, εκτός από τους Έλληνες, μονάχα οι Ινδοί κι οι Κινέζοι. Για τους τελευταίους, αυτοί που ξέρουν τα φιλοσοφικά συγγράμματα, λένε πως η γλώσσα τους ακόμα δεν είναι κατάλληλη για φιλοσοφία. Το βαθύτερο τους σύστημα, ο ταοϊσμός του Λάο – Τσε, είναι περισσότερο μυστικισμός παρά φιλοσοφία, ενώ ο Κονγ – Τσε, που κατά τη δική του μαρτυρία είταν «μεταδότης κι όχι δημιουργός» και σφιχτοκρατιόταν από τη θρησκεία, είταν περισσότερο κήρυκας ηθικής παρά φιλόσοφος και δεν είχε αντίληψη για μεταφυσικά ζητήματα. Είναι αλήθεια πως οι Ινδοί έβγαλαν διάφορα φιλοσοφικά συστήματα, η ινδική φιλοσοφία όμως, ακόμα και στα πιο υλιστικά της συστήματα, δε χάνει ποτές την επαφή με τη θρησκεία, δε γίνεται δηλαδή ποτές ανεξάρτητη, και με τον απόκοσμό της χαρακτήρα είναι κάτι ολότελα ασυμβίβαστο με τη δική μας φύση. Όπως κι αν είναι όμως, δεν υπάρχει καμία συνάφεια ανάμεσα στη φιλοσοφική διανόηση των Κινέζων και των Ινδών είτε ανάμεσα στη διανόηση ενός από τους λαούς αυτούς και των Ελλήνων. Οι τρεις αυτοί λαοί δημιούργησαν τη φιλοσοφία τους αντλώντας από τη δική τους ουσία. Η ελληνική φιλοσοφία όμως έγινε η γενάρχισσα ολόκληρης της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Οι φιλοσοφικές ιδέες που βρίσκομε στα βιβλία των Ρωμαίων δεν είναι πρωτότυπες παρά δανεισμένες από τους Έλληνες και μεταδομένες με το φόρεμα της λατινικής γλώσσας στο μεσαιωνικό και νεότερο κόσμο.
Η ελληνική φιλοσοφία έχει, όπως όλα τα δημιουργήματα της ελληνικής διάνοιας, το γνώρισμα του πηγαίου και του θεμελιακού για την ανάπτυξη ολόκληρου του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Ποτές ένας λαός δεν αντίκρισε την ουσία του και τους θεσμούς, τα ήθη κ’ έθιμα που ανάβλισαν απ’ αυτή, με τόσο μεγάλη απροκαταληψία όση οι Έλληνες, κανένας δεν κοίταξε το γύρω κόσμο κι ολόκληρο το σύμπαν με ανοιχτότερο μάτι. Κ’ η απροκαταληψία αυτή, ζευγαρωμένη με μια δυνατή αίσθηση της πραγματικότητας, που της αντιστοιχούσε μια όχι λιγότερο δυνατή αφαιρετική ικανότητα, τους έκανε ικανούς να καταλάβουν πολύ νωρίς τις θρησκευτικές τους παραστάσεις αυτό που είταν: πλάσματα της καλλιτεχνικής φαντασίας, και στη θέση ενός μυθικού κόσμου να βάλουν έναν άλλο φτιαγμένο με τη δύναμη της ανεξάρτητης ανθρώπινης διανόησης, του λόγου, που είχε την απαίτηση να εξηγεί την πραγματικότητα από φυσικά αίτια. Αν δεν είναι μικρότερη εκδούλευση το να βλέπει και να θέτει κανείς τα προβλήματα – γιατί το να έχει κανείς απορίες για τις καθιερωμένες, τις απλοϊκές αντιλήψεις, το θαυμάζειν, είναι η αρχή της φιλοσοφίας – από το να τα λύνει, ήδη από την άποψη αυτή οι Έλληνες κατάφεραν πράματα που θα μείνουν. Όλα τα βασικά ζητήματα της φιλοσοφίας, της θεωρητικής όσο και της πραχτικής, τα έθεσαν κι απάντησαν με τη χαρακτηριστική για το ελληνικό πνεύμα διάφανη καθαρότητα. Δημιούργησαν τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας, κ’ επειδή φιλοσοφία και φυσική είταν στην αρχή αχώριστες έφτιαξαν επίσης μεγάλο μέρος από τις έννοιες της φυσικής επιστήμης, που μέσα σ’ αυτές κινείται και μ’ αυτές δουλεύει ολόκληρη η κατοπινή ευρωπαϊκή φιλοσοφία κ’ επιστήμη. Θεμελίωσαν όλους τους βασικούς κλάδους της φιλοσοφίας, σχημάτισαν όλες τις τυπικές μορφές της κοσμοθεωρίας. Ακόμα κ’ η εκκλησιαστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα, η Σχολαστική, δεν μπόρεσε να κάνει χωρίς αυτή και, σαν κινδύνευε να ναρκωθεί σ’ ένα παρανοημένο αριστοτελισμό, είταν πάλι το γνήσιο, το ξαναζωντανεμένο στην Αναγέννηση, ελεύθερο ελληνικό πνεύμα, που ξύπνησε τη νόηση και την έρευνα της εποχής σε καινούργια ζωή κι άνοιξε το δρόμο στη νεότερη φιλοσοφία. Κι αν στην τελευταία αυτή, με την ανάπτυξη των καθέκαστα επιστημών, και τα φιλοσοφικά προβλήματα έγιναν πολυπλοκότερα, πάλι τα βγάζει πέρα καλύτερα στις μπερδεψιές όποιος δε χάνει από το μάτι τις μεγάλες βασικές γραμμές της φιλοσοφικής διανόησης, που οι Έλληνες τις τράβηξαν μια για πάντα, και ξέρει ν’ ανάγει το περίπλοκο σε απλά αρχικά διανοήματα και να το καταλαβαίνει ξεκινώντας από τέτοια.
Όμως οι διανοητικές οικοδομές των Ελλήνων φιλοσόφων δεν πρέπει να περνούν μονάχα για προπαιδεία της νεότερης φιλοσοφίας, παρά να έχουν σαν εξαιρετική συμβολή στην ανάπτυξη της πνευματικής ζωής του ανθρώπου την ιδιαίτερη αξία τους. Είταν οι Έλληνες που ασφάλισαν ύστερα από αγώνα τη λευτεριά και την αυτοτέλεια της φιλοσοφικής διανόησης, που διαλάλησαν κ’ επίβαλαν την αυτονομία του λογικού, και μάλιστα από δυο απόψεις. Η «σοφία» στην ελληνική έννοια σήμαινε πάντα δίπλα στη θεωρητική ερμηνεία του κόσμου ένα ορισμένο πραχτικό αντίκρισμα της ζωής. Εκείνο λοιπόν που ξεχωρίζει τον Έλληνα «σοφόν» είναι, κοντά στην ανεξαρτησία της επιστημονικής διανόησης, η επίσης καθαρά λογικά θεμελιωμένη εσωτερική ελευθερία για τη ρύθμιση της ζωής, η «αυτάρκεια». Οι πρωτοπόροι Έλληνες φιλόσοφοι έζησαν κι όλας πάντα σα φιλόσοφοι. Αυτό ο Νίτσε το είπε «θαρρετή ξαστεριά φιλοσοφικής ζωής» και το είχε παράπονο που αυτό δεν βρίσκει στους φιλοσόφους των νέων χρόνων. Αν η απουσία θρησκευτικής δογματικής ευνοούσε τις προσπάθειες για τη δημιουργία και διάδοση της φιλοσοφικής ερμηνείας του κόσμου, η πραχτική φιλοσοφία, μια που έλειπε ηθική θεμελιωμένη στην αυθεντία της θρησκείας, γέμιζε κυριολεχτικά ένα κενό στην πνευματική κ’ ηθική ζωή του λαού, μια θέση που σε άλλους λαούς την έπιανε η πίστη στην αποκάλυψη, που κανόνιζε και την πραχτική ζωή. Αυτό έδωσε στην ελληνική φιλοσοφία τη μεγάλη της δημοτικότητα και θέση στη ζωή των Ελλήνων κι αργότερα των Ρωμαίων πολύ σπουδαιότερη και πολύ σημαντικότερη από κείνη που πήρε η φιλοσοφία των νέων χρόνων. Η τελευταία, παρόλες τις θεωρητικές επαγγελίες για την ανεξαρτησία της, είταν πάντα περιορισμένη από τη δύναμη της εκκλησιαστικής ζωής και μιας ηθικής μπλεγμένης με τη θρησκεία κ’ έμεινε υπόθεση των λογίων και χτήμα μικρού σχετικά κύκλου. Η ελληνική φιλοσοφία, αντίθετα, επειδή βλάστησε από το πνεύμα του λαού όπως πριν απ’ αυτήν η τέχνη κ’ η ποίηση, είναι οργανικό συστατικό του ελληνικού πολιτισμού και της ανήκει η ίδια υπέρχρονη σημασία, όπως στ’ άλλα δημιουργήματα των Ελλήνων, που με αυτά έχει στα καλύτερα της έργα κοινή την ξετελειωμένη καλλιτεχνική μορφή. Όπως τα τραγούδια του Ομήρου, όπως τα αριστουργήματα της αττικής τραγωδίας και της τέχνης των χρόνων του Περικλή, και το γέννημα αυτό του ελληνικού νου στέκεται εμπρός μας με αμάραντη δροσερότητα.

Share:
  • RSS

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ!!

February 6th, 2009 | Uncategorized | Comments Off

Η ιστορία έχει δείξει ότι ο τόπος μας, όσες φορές αποζητάει την αναγέννηση του, την κάθαρση του, στρέφεται πίσω, στο παρελθόν του, στην απώτερη ιστορία του. Σήμερα φαίνεται ότι συμβαίνει το ίδιο και μάλιστα η στροφή που παρατηρείται σήμερα έχει ως θέμα του την σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Το ιερατείο της ορθοδοξίας μιλάει για ελληνοχριστιανικό πολιτισμό και μάλιστα θεωρεί ότι ο χριστιανισμός αποτελεί συνέχεια του ελληνισμού τον οποίο διαδέχθηκε όταν εμφανίσθηκε ο χριστιανισμός στον ελληνικό χώρο.

Η επίσημη άποψη από πλευράς κρατικής εξουσίας λέει ότι ο Ελληνισμός επέζησε χάρις στο Χριστιανισμό, ο οποίος στους μαύρους αιώνες της σκλαβιάς κλπ όμως ουδέν ψευδέστερο τούτου γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Η σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού υπήρξε μια ΟΛΕΘΡΙΑ σχέση που οδήγησε στην ολοσχερή καταστροφή του Ελληνισμού από τον Χριστιανισμό. Το θέμα αυτό ήταν απαγορευμένο μέχρι σήμερα και γνωστό μόνο σε όσους μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε ξενόγλωσση και σπάνια βιβλιογραφία. Η απαγόρευση προερχότανε τόσο από το ορθόδοξο ιερατείο όσο και από την πολιτική ηγεσία του τόπου που στην ουσία είναι κι αυτή υποχείριο του ιερατείου της ορθοδοξίας είτε διότι και αυτοί φοβούνται να εκφραστούν ελεύθερα διακυβεύοντας την πολιτική τους υπόσταση είτε διότι είναι κι αυτοί φανατικοί χριστιανοί που εν ονόματι της ορθοδοξίας θέτουν σε δεύτερη μοίρα την ελληνική τους υπόσταση.
Όμως, επειδή έτυχε να γεννηθούμε στην Ελλάδα κι επειδή αυτός ο τόπος δημιούργησε έναν πολύ σπουδαίο πολιτισμό, πρέπει να αισθανόμαστε θλίψη στη σκέψη ότι φανατικοί χριστιανοί κατέστρεψαν, έσφαξαν, έκαψαν κι έκαναν ότι μπορούσαν, επί αιώνες, με αποτέλεσμα ένα απειροελάχιστο τμήμα της κληρονομιάς των προγόνων μας να διασωθεί από το μένος τους. Πρέπει να θλιβόμαστε γιατί μεγαλώσαμε και μορφωθήκαμε ιστορικά, διδασκόμενοι λεπτομερώς Ρωμαϊκή και Βυζαντινή ιστορία, χωρίς ίχνος αναφοράς στην Ελλάδα. Σαν να μην υπήρξε η πατρίδα μας για χίλια πεντακόσια και πλέον χρόνια. Συνεπώς ανακύπτει ένα απλό το ερώτημα: τι συνέβαινε στην Ελλάδα επί Μ. Θεοδοσίου, επί Ιουστινιανού κλπ; Καλοί οι πόλεμοι του Βυζαντίου σε Δύση και Ανατολή, κάλλιστοι ο Βελισάριος και ο Ναρσής, αλλά τι γινόταν στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στην Αθήνα, στα νησιά; Ποτέ δεν μας δίδαξαν. Οι ιστορικοί μας βρίσκονταν (και βρίσκονται) σε αφασία ενώ οι κυβερνήσεις ασφαλώς επιδίωξαν να αποκρύψουν όσα έγιναν εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα. Αλλιώς, ο Χριστιανισμός ως “θρησκεία της αγάπης” θα βρισκόταν σε πολύ, μα πολύ δυσχερή θέση απέναντι στους Έλληνες. Θα αναφέρουμε στη συνέχεια τέσσερα βιβλία, τα οποία ρίχνουν λίγο φως σ’; αυτά το 1500 χρόνια:

1. Διαμ. Κουτουλά. Το Βυζάντιο έναντι των Ελλήνων Εθνικών. Εκδόσεις ΔΙΟΝ, Θεσσαλονίκη 1998.
2. Λιβανίου. Υπέρ των Ελληνικών Ναών. Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ ΕΠΙΛΟΓΗ, Θεσσαλονίκη 1998.
3. Ιουλιανού. Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ ΕΠΙΛΟΓΗ, Θεσσαλονίκη 1997.
4. Maria Dzielska. Υπατία η Αλεξανδρινή. Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ, Αθήνα 1997.

Τα βιβλία αυτά αναφέρονται ακριβώς στις μαύρες μέρες του Ελληνισμού στα χρόνια του Βυζαντίου. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι πολίτες (από εκεί προέρχεται και το “Ρωμιός”) κι ότι το «Βυζάντιο» είναι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που ονομάστηκε Βυζάντιο για να «χρυσώσει το χάπι» για μας τους Έλληνες. Επομένως, σε ότι αφορά την Ελλάδα, το Βυζάντιο (ή το ορθότερο Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) ήταν κατακτητής. Κι έτσι συμπεριφέρθηκε. Ανυπολόγιστες οι καταστροφές, οι διωγμοί, οι εξανδραποδισμοί, οι ισοπεδώσεις των ναών, οι διώξεις κλπ που προκλήθηκαν από τους Ρωμαίους κατακτητές του Βυζαντίου. Κι όλα αυτά από αυτοκράτορες που συχνά αποκαλούμε (εμείς!!!) Μεγάλους. Με εξαίρεση έναν. Τον περίφημο Ιουλιανό που, τι ειρωνεία, η επίσημη ιστορία αποκάλεσε “παραβάτη” και “αποστάτη”. Αυτός ο παραβάτης και αποστάτης ήταν εκείνος που πρόσφερε στον Ελληνισμό την τελευταία του αναλαμπή. Θα έπρεπε ακόμα, αντί να διδάσκομαι με τόσες λεπτομέρειες το συγκινητικό δράμα των πρώτων Χριστιανών στις ρωμαϊκές αρένες, να διδάσκομαι παράλληλα τους φρικιαστικούς διωγμούς των «Εθνικών» Ελλήνων (Έλληνες είμαστε!) από τους Χριστιανούς, όταν αργότερα ο Χριστιανισμός έγινε πλέον καθεστώς.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Δ. ΚΟΥΤΟΥΛΑ
Στο μικρό βιβλίο αλλά σημαντικό του κ. Δ. Κουτουλά δίνεται με συντομία η περίοδος 4ος-6ος αιώνας μ.Χ., και μάλιστα μόνο σε ότι αφορά τη βυζαντινή αυτοκρατορική πολιτική απέναντι στους Έλληνες. Σημειώνουμε εδώ από τον πρόλογο του συγγραφέα: «Η πλειοφηφία των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδας καθώς και μεγάλο τμήμα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου παρέμεινε πιστό στο Δωδεκάθεο, στη λατρεία της Ίσιδος, του Σέραπι ή στον Μιθραϊσμό και μόνο δια πυρός και σιδήρου απαρνήθηκε την πατρογονική πίστη του και ύστερα από πολλούς αιώνες προσχώρησε στο Χριστιανισμό. Οι διωγμοί των Ελλήνων Εθνικών στο Βυζάντιο υπήρξαν απηνείς, ιδιαίτερα στα χρόνια του Μ. Θεοδόσιου και του Ιουστινιανού. Μεγάλα ονόματα εθνικών ελλήνων φιλοσόφων και επιστημόνων βρήκαν οικτρό θάνατο στα χέρια των χριστιανών διωκτών τους, όπως η φιλόσοφος Υπατία, ο νεοπλατωνικός Σώπατρος κλπ»

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΙΒΑΝΙΟ
Ο Λιβάνιος υπήρξε ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας και ίσως όλων των εποχών. Σώζονται 1560 επιστολές του και δεκάδες λόγοι του αλλά μην περιμένετε να τα βρείτε στη γλώσσα του και γλώσσα μας. Ο Λιβάνιος δεν είναι καλοδεχούμενος από τους ρωμιούς. Γεννήθηκε το 314 μ.Χ στην Αντιόχεια και σπούδασε στην Αθήνα της οποίας είχε όνειρο να αντικρίσει “καπνό αναθρώσκοντα”. Επέστρεψε στην Αντιόχεια όπου ίδρυσε σχολή η οποία επί 40 χρόνια είχε τη μεγαλύτερη φήμη στην αυτοκρατορία. Μαθητές του υπήρξαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο πρώτος διατηρούσε πάντα το σεβασμό για το δάσκαλο του. Ο δεύτερος, όμως, δεν υπήρξε καθόλου “Χρυσόστομος” απέναντι στο Λιβάνιο. Το 362 μ.Χ, αντιδρώντας στον αυτοκράτορα Ιουλιανό, χριστιανοί έκαψαν το ναό του Απόλλωνα, στο προάστιο Δάφνη της Αντιόχειας. Ο Λιβάνιος υποστήριξε ότι τη φωτά έβαλε ανθρώπινο χέρι, ενώ ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεώρησε ότι τη φωτά έβαλε ο Θεός. Άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα των χριστιανών που κατέστρεφαν τους αρχαίους ναούς ήταν ότι, παρά την πράξη τους, οι θεοί τους άφηναν ατιμώρητους. Επομένως, αυτοί οι θεοί δεν υπήρχαν. Απαντώντας, λοιπόν, στο Λιβάνιο, ο Χρυσόστομος τον αποκαλεί «ω μιαρέ ω ληρόσοφε άθλιε και ταλαίπωρε».
Στο βιβλίο αυτό θα βρείτε το αρχαίο κείμενο και μετάφραση των έργων του Λιβάνιου: θρήνος για τον Ιουλιανό, Υπέρ των Ελληνικών Ναών και Προς αυτούς που τον είπαν κουραστικό. Στο Υπέρ των Ελληνικών Ναών, που ο Λιβάνιος απευθύνει το 386 μΧ στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ικετεύει σπαρακτικά για τη διάσωση του ελληνικού πολιτισμού. Κι αυτά συμβαίνουν μόλις 15 χρόνια μετά τη Μεγάλη Σφαγή των Ελλήνων, για την οποία ο χριστιανός χρονογράφος Σωζομενός γράφει: «Όλοι σχεδόν οι Ελληνιστές θανατώθηκαν δόθηκε διαταγή να καούν και άλλοι να σκοτωθούν με το ξίφος. Και κοντά σ’ αυτούς, για τον ίδιο λόγο, σ’ ολόκληρη την επικράτεια έχασαν τη ζωή τους όσοι λάμπρυναν τη φιλοσοφία Αλλά έχαναν τη ζωή τους ακόμα και άνθρωποι που δεν ήσαν καν φιλόσοφοι και που απλώς φορούσαν ρούχα ίδια με των φιλοσόφων».
Το κείμενο Υπέρ των Ελληνικών Ναών, του Λιβάνιου αποτελεί τη συγκλονιστικότερη στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Ένας πολιτισμός που επί χίλια χρόνια λάμπρυνε την ανθρωπότητα, εκπροσωπείται πλέον από έναν 80χρονο γέροντα που βλέποντας τα πάντα να γκρεμίζονται, στην κυριολεξία, γύρω του, ορθώνει το ανάστημα του προς τον αυτοκράτορα Μέγα Θεοδόσιο, τον ηθικό αυτουργό των ανυπολόγιστων καταστροφών. Στέγασε, του φωνάζει, δημόσιες υπηρεσίες, μην τα γκρεμίζεις!
Αλλά η σφαγή τελειωμό δεν είχε. Πάμε στο 529 μ.Χ, επί Ιουστινιανού. Γράφει ο, χριστιανός επίσης, χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας τα εξής: «Τη χρονιά αυτή, έγινε μεγάλος διωγμός των Ελλήνων. Πολλών οι περιουσίες δημεύτηκαν. Ανάμεσα τους έχασαν τη ζωή τους οι (ακολουθούν ονόματα). Όλα αυτά προκάλεσαν μεγάλο φόβο. Ο ίδιος βασιλιάς (ο Ιουστινιανός) όρισε να μη πολιτεύονται οι ελληνίζοντες, στους οποίους δόθηκε τρίμηνη προθεσμία να ασπαστούν την ορθόδοξη πίστη». Είναι ίσως χαρακτηριστικό ότι το Ανάθεμα εναντίον αυτών που μελετούν διεξοδικά τα ελληνικά μαθήματα που εξαπολύθηκε το 787μΧ στη Σύνοδο της Νίκαιας, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να διαβάζεται ανελλιπώς στις εκκλησίες, την Κυριακή της Ορθοδοξίας!
Λίγα χρόνια μετά από την προσπάθεια του Λιβάνιου να διασώσει τον ελληνικό πολιτισμό από το μένος του Μ. Θεοδοσίου, επί αυτοκράτορας Αρκαδίου 395-408, εισβάλλει εντέχνως κατευθυνθείς στην Ελλάδα ο Γότθος Αλάριχος (396-399), χριστιανός το θρήσκευμα, ακολουθούμενος από χιλιάδες μοναχούς. Ο αρχηγός της φρουράς στις Θερμοπύλες, κι αυτός χριστιανός, αφήνει ελεύθερη τη διέλευση. Ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα καταστράφηκε ολοσχερώς, πλην της καλά οχυρωμένης Αθήνας. Το ιερό της Ελευσίνας παραδόθηκε στη φωτιά, μαζί με τους ιερείς. Στη συνέχεια, οι φανατικές ορδές πέρασαν στην Πελοπόννησο. Ο ευνούχος Ευτρόπιος, φανατικός χριστιανός, υπαγόρευσε στον Αρκάδιο, το 396, νόμο με τον οποίο διετάσσετο η κατεδάφιση όλων των ναών που είχαν απομείνει όρθιοι.Ο Ευτρόπιος βοήθησε τον Ιωάννη Χρυσόστομο να γίνει Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το 398 κι εκείνος, με τη σειρά του, τον γλίτωσε από το θάνατο, κρύβοντας τον στην Αγία Σοφία, ένα χρόνο αργότερα, όταν έπεσε στη δυσμένεια του Αρκαδίου.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ
Ερχόμαστε τώρα στο τρίτο βιβλίο που περιέχει, στο αρχαίο πρωτότυπο και σε μετάφραση, τα έργα Για την απέχθεια προς τα γένια ή Μισοπώγων, Κατά Χριστιανών και Επιστολές, του περίφημου αυτοκράτορα Ιουλιανού. Τα κείμενα είναι μαγευτικά και δεν θα αναφερθούμε σε αυτά. Απλώς, σε επίρρωση όσων γράφουμε στην αρχή του παρόντος σημειώματος, μεταφέρουμε εδώ τις δυο πρώτες παραγράφους από την Εισαγωγή των επιμελητών της έκδοσης:
«Σκεφθήκατε ποτέ πώς θα μπορούσε να γραφτεί η ιστορία της ύστερης Ελληνικής αρχαιότητας από έναν σύγχρονο ιστορικό; Ασφαλώς, αν ο ιστορικός μας δεν περιοριστεί στη μελέτη των όσων έχουν γράφει οι άλλοι συνάδελφοι του, σύγχρονοι ή του πρόσφατου παρελθόντος, όπως Παπαρρηγόπουλος, Gibbon, Κορδάτος κλπ, θα πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέξει στις πηγές, δηλαδή στα κείμενα των συγγραφέων της εποχής εκείνης.
Αναρωτιέται όμως κανείς πως θα ήταν δυνατό, ένας ερευνητής που δεν γνωρίζει Λατινικά, Αρχαία Ελληνικά και ξένες γλώσσες, να μελετήσει τις πηγές, όταν τα νέα Ελληνικά είναι η μόνη Ευρωπαϊκή γλώσσα στην οποία δεν έχουν ποτέ μεταφραστεί και εκδοθεί τα περισσότερα έργα των Ελλήνων συγγραφέων της ύστερης αρχαιότητας (Ι). ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ για τους Νεοέλληνες οι Λιβάνιος, Ευνάπιος, Ζώσιμος, Αμμιανός Μαρκελίνος, Αίλιος Αριστείδης, Δίων Κάσσιος και τόσοι άλλοι»

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ
Η Υπατία έμεινε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη νεοπλατωνική φιλόσοφος μετά τον Πλωτίνο. Το Μάρτιο του 415 μΧ, στη διάρκεια της Σαρακοστής, ένας όχλος από μοναχούς και παραβολάνους έστησε καρτέρι έξω από το σπίτι της Υπατίας. Τι ήταν όμως οι περιβόητοι “παραβολάνοι”; Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας χρησιμοποιούσε ως σωματοφύλακες, ως “μπράβους” όπως θα λέγαμε σήμερα, χειροδύναμους άντρες χαμηλής μόρφωσης, τους οποίους στρατολογούσε κυρίως από το λιμάνι, με σκοπό να τρομοκρατούν αιρετικούς κλπ. Μόλις έφθασε η Υπατία στο σπίτι της, τα αγριεμένα πλήθη: “την τράβηξαν έξω από την αμαξά της και την έσυραν στην εκκλησία που ονομαζόταν Καισάρειον. Έσκισαν τα ρούχα της και την κατακρεούργησαν με όστρακα. Όταν κομμάτιασαν το σώμα της, μετέφεραν τα κομμάτια σε κάποιο σημείο που λεγόταν Κιναρώνας και τα έκαψαν.” Όπως αναφέρεται από πολλές πηγές, εμπνευστής και εντολέας της εκτέλεσης ήταν ο ίδιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος, ο οποίος ανακηρύχθηκε «άγιος».

http://apollonios.pblogs.gr/

Share:
  • RSS