Archive for January 22nd, 2009

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

January 22nd, 2009 | Uncategorized | 1 Comment »

ΈΝΑ ΚΕΊΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΆΣΟΥΝ ΌΛΟΙ!!!ΑΦΙΕΡΩΜΈΝΟ ΣΕ ΈΝΑ ΦΑΝΑΤΙΚΌ ΑΝΑΓΝΏΣΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΊΔΑΣ ΜΕ ΤΟ ΨΕΥΔΏΝΥΜΟ “ΤΗΝΙΑΚΌΣ” ΈΡΡΩΣΟ ΦΙΛΕ!!!

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Το ελληνικό ρήμα ΕΧΩ δεν έχει τύχει ενδελεχούς μελέτης. Στην αρχαιότητα, εκτός του κατέχω εσήμαινε και ΤΕΙΝΩ και αυτή είναι μία του έννοια η οποία ναι μεν δεν ισχύει σήμερα, ωστόσο, υφίσταται ως συνθετικό άλλων λέξεων.
Αυτό φαίνεται παράξενο αλλά δίνει λύσι σε λέξεις όπως το ΕΞΕΧΩ που σημαίνει τείνω προς τα έξω… ΕΣΟΧΗ λοιπόν αντιστοίχως σημαίνει ότι τείνει προς τα μέσα.
ΥΠΕΡΕΧΩ σημαίνει τείνω υπέρ ή ξεπερνώ και ΠΡΟΣΕΧΩ σημαίνει τείνω την ενέργειά μου προς κάποιο συγκεκριμένο σημείο.
Αυτά εξηγούν την πολύ σημαντική λέξι ΕΥΧΗ=ΕΥ-ΕΧΩ, η οποία σημαίνει κατά λέξιν ΤΕΙΝΩ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟ…
Όταν λοιπόν δίνουμε σε κάποιον μία ευχή, ουσιαστικά εννοούμε ΝΑ ΤΕΙΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ… οπότε το ΓΕΙΑ ΣΟΥ σημαίνει ΝΑ ΤΕΙΝΗΣ ΠΡΟΣ ΑΚΡΑΣ ΥΓΕΙΑΣ και το ΧΑΙΡΕΤΕ σημαίνει να ΤΕΙΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΧΑΡΑ Ή ΝΑ ΤΕΙΝΗΣ ΝΑ ΛΑΒΗΣ ΚΑΘΕ ΧΑΡΙ.
Γεγονός είναι ότι προσλαμβάνουμε ερεθίσματα μέσω των 5 αιθήσεων. Βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε, ακουμπάμε, γευόμαστε και ακολούθως ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί της ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ και των συναισθημάτων. Τα ερεθίσματα μετουσιώνονται σε συναισθήματα τα οποία πλημμυρίζουν τον νου. Αυτά τα συναισθήματα, σε γενικές γραμμές είναι δύο ειδών… θετικά ή αρνητικά. Στα αρνητικά ανήκουν η ζήλεια, ο φθόνος, το μίσος, η δειλία, η δουλοφροσύνη, η αυτολύπησι, η θυματοποίησι, ο οίκτος, η δουλοπρέπεια κλπ κλπ ενω στα θετικά ανήκουν η γενναιότης, η ανδρεία, η αξιοπρέπεια, η εν μέτρω υπερηφάνεια, ο εν μέτρω εγωισμός, η αγάπη, η φιλότης, ο έρως κλπ κλπ
Οι ΜΟΥΣΕΣ λοιπόν, ως υγρές ενέργειες, είναι οι ενέργειες οι οποίες συνεργούσης της ΜΝΗΜΗΣ, δημιουργούν στον άνθρωπο τα θετικά, εξυψωτικά εκείνα συναισθήματα τα οποία, στο επόμενο επίπεδο θα οδηγήσουν σε ΝΟΗΣΙ και πλήρη εκλογίκευσι του συναισθήματος. Πότε όμως; Όταν το συναίσθημα τιθασευθή, περιορισθή και αφήσει τον νου να αναλάβη τα ηνία των πράξεων. Αυτός είναι ο ρόλος του λεγομένου ΔΙΟΝΥΣΟΥ.
Επομένως, επιθυμητό για τον νοήμονα άνθρωπο είναι να προσπαθή διαρκώς τόσο να τιθασεύη και να εκλογικεύη τα πολυποίκιλα συνεχή συναισθήματά του όσο και να απορρίπτει τα αρνητικά συναισθήματα προς όφελος των θετικών ώστε να ανελιχθή σε ανώτερο επίπεδο λογικής και νοήσεως. Αυτή η διαδικασία είναι εσωτερική. Δηλαδή γίνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο ο οποίος πρέπει, αυτοσυγκεντρωμένος, μιλώντας με τον εαυτό του, να βρίσκει την ανελικτική του πορεία με την βοήθεια των πυξίδων τύπου ΜΟΥΣΩΝ-ΔΙΟΝΥΣΟΥ.
Τι σημαίνει όμως η λέξις ΠΡΟΣΕΥΧΗ; Βάσει του ΕΥ-ΕΧΩ σημαίνει να βάλω τον εαυτό μου να προσηλωθή και να τείνη προς το ευ-καλό.
Η ελληνική λέξις ΠΡΟΣΕΥΧΗ προτείνει την απαιτουμένη ανά πάσα στιγμή και απαραίτητη για κάθε λογικό άνθρωπο, προσπάθεια ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, διεισδύσεως στα άδυτα της ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ και της ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ώστε να σκεφθή, να διορθώση την πορεία του, να επαναπροσδιορίση τις σταθερές του, να αυτο-τονώση το ηθικό του και το σθένος του, να τα “βρη” με τον εαυτό του. Πρόκειται για μεγαλειώδη άκρως νοητική λειτουργία, άνευ της οποίας ο άνθρωπος θα ήταν έρμαιο των αισθητηρίων-των ενστίκτων και των συναισθημάτων.
ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΕΝΟΙ ελληνοτρόπως, γνωρίζουμε να ηρεμούμε τα πάθη, να χαλιναγωγούμε τα ένστικτα, να επιβαλλόμεθα επί των αγρίων ορέξεων, να φέρνουμε ερήνη στον εαυτό μας, να επιστρατεύουμε τις δυνάμεις μας προς επίτευξιν των λογικών στόχων μας, και τελικά γνωρίζουμε τον εαυτό μας με τις δυνάμεις και αδυναμίες του. Ταυτοχρόνως, ερχόμαστε σε εσωτερική ισορροπία και πιθανώς, σε ακραίες και δυνατές στιγμές, ακουμπάμε την αρχή της θεϊκής υπογραφής μέσα μας.
Στην αντιπέρα μεριά η ανατολική έννοια της προσευχής. Όπου ο άνθρωπος, κακομοίρης, ικέτης, θύμα, εξαθλιωμένο γονυπετές κτήνος, ταπεινό άβουλο υποκείμενο, στέκεται ισοπεδωμένος απέναντι στον πανίσχυρο θεό-δυνάστη από τον οποίον δια της ανατολικού τύπου προσευχής επαιτεί λίγο οίκτο, λύπησι, έλεος, κάποια αναγνώρισι, κάποια θέσι στον ήλιο.
Τι κοινό έχει λοιπόν η ελληνική έννοια της προσευχής με την ανατολική; ΚΑΜΜΙΑ.
Ή καλύτερα όση σχέσι έχει ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ από τον ΔΟΥΛΟ κι ο ΕΛΛΗΝΑΣ από τον ΑΝΑΤΟΛΙΤΗ

Share:
  • RSS

Μητροπολίτης Ιωαννίνων κατά «κακούργων» Σουλιωτών

January 22nd, 2009 | Uncategorized | Comments Off

«Ευγενείς πρωεστώτες και λοιποί κάτοικοι της Πάργας, σας εύχομαι και σας ευλογώ πατρικώς.

Ένας καλός και άγρυπνος ποιμήν χρεωστεί να προφυλάττη πάντοτε τα πρόβατά του από κρυμνούς, βράχους και άγρια θηρία, και τότε τα κερδίζει και τα χαίρεται. Και εγώ λοιπόν ως καλός ποιμήν των λογικών μου προβάτων χρεωστώ να προφυλάττω αυτά πάντοτε από πάσαν βλάβην και και απώλειαν. Και άλλοτε σας έγραψα, και προφορικώς, όταν απέρασα από την πατρίδα σας, ωμίλησα και σας εσυμβούλευσα πνευματικώς και πατρικώς να τραβήξετε χέρι από τους Σουλιώτας, να μην τους δίδετε καμμίαν βοήθειαν, ούτε εις τον τόπο σας να τους δέχησθε, επειδή είναι κακούργοι και φερμανλίδες (= επικηρυγμένοι) από το δοβλέτι, και όποιος δέχεται τοιούτους κακούργους πίπτει και αυτός εις την ιδίαν οργήν του υψηλού δοβλετίου, και εις το τέλος αφανίζεται από το πρόσωπον της γης. Σεις όμως, ή από ανοησίαν σας ή ισχυρογνωμίαν σας ή ξένας κακάς συμβουλάς παρακινούμενοι, δεν εδώκατε ποτέ ακρόασιν και κλίσην εις τας πατρικάς και σωτηριώδεις δια την πατρίδα σας νουθεσίας μου. Ακούτε και ακολουθάτε ως μανθάνω τας συμβουλάς του (αγωνιστή Χριστόφορου) Περραιβού ο οποίος σας απατά, δεν ηξεύρετε ότι αυτός με κάποιον ρήγαν Θεσσαλόν (= Φεραίο) και άλλους μερικούς παρομοίους λογιωτάτους συνεννοημένοι με τους Φραντζέζους εσκόπευον να κάμνουν επανάστασιν κατά του κραταιότατου Σουλτάνου; Αλλ’ο μεγαλοδύναμος θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον, όπου τους έπρεπε, μόνος δε ο Περραιβός εσώθη δια τας ιδικάς σας αμαρτίας λοιπόν, αν θέλητε την σωτηρίαν και ευτυχίαν σας, τραβάτε χέρι ως προείπα, από την φιλίαν των Σουλιωτών και συμβουλάς του Περραιβού, και ζητήσατε το γρηγορότερον την χάριν και σκεπήν του υψηλοτάτου βεζύρη (=Αλή Πασά), την οποίαν ελπίζω να την λάβετε, επειδή, όταν ιδώ την μετάνοιάν σας θέλει προσπέσω εις τα γόνατά του να τον παρακαλέσω να συγχωρήσει τα απερασμένα σφάλματά σας όπου αρνηθήκατε την συμφωνία όπου εκάματε με την υψηλοτητά του, και είμαι βέβαιος ότι δεν θα πέσει κάτω ο ριτζάς μου. Εάν όμως μείνετε αμετανόητοι, καθώς εώς τώρα, τότε ο θεός μέλλει να σας παιδεύσει δια την παρακοήν σας, και το κρίμα των φαμελιών σας ας ήναι εις τον λαιμόν σας και εις τούτον και εις τον άλλον κόσμον. εγώ το πνευματικόν και πατρικόν χρέος το έκαμα, όθεν δεν σας μένει πλέον κανένα παράπονον εναντίον μου και υγιαίνετε.

Ιωάννινα 1801, Ιουλίου 5

Ιερόθεος Μητροπολίτης Ιωαννίνων
και εν Χριστό ευχέτης»

Share:
  • RSS

Μαίανδροι στις παραδοσιακές στολές των Μογγόλων!!!

January 22nd, 2009 | Uncategorized | Comments Off

Αυτή η Φωτογραφία είναι από την Μογγολία και το βρήκα στο flicker.com
Απο που βρήκαν οι Μογγόλοι τους Αρχαίο Ελληνικούς Μαιάνδρους και χρησιμοποιούν στις παραδοσιακές τους στολές ;

Δείτε σε αυτήν την φωτογραφία από το flicker.com πάλι εστιατόριο στην Μογγολία με ΜΑΙΑΝΔΡΟΥΣ σε μορφή αγκυλωτού σταυρού αυτά δηλαδή που έχουμε και στην Ακρόπολη

Share:
  • RSS

Επίκουρος Βιογραφικό.

January 22nd, 2009 | Uncategorized | Comments Off

                                                     
Ο Επίκουρος ήταν Αθηναίος, γιος του Νεοκλή, από τον δήμο Γαργηττού, και καταγόταν από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών (Διογ. Λαέρτ. 10,1). Είναι, επομένως, μαζί με τον Πλάτωνα (και τον Σπεύσιππο), ο μόνος Αθηναίος από τους φιλοσόφους της γενιάς του και των δύο προηγούμενων γενεών, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν ξένοι. Από αυτό το γεγονός θα πρέπει να επηρεάστηκε πάρα πολύ η στάση και του Επικούρου, όπως και του Πλάτωνος. Γιατί δεν είναι βεβαίως σύμπτωση ότι ο Αθηναίος Πλάτων δεν μπόρεσε ποτέ πια να απαλλαγεί εντελώς από το νεανικό βίωμα της κατάρρευσης της χώρας και του κράτους του και ως το τέλος της ζωής του έμεινε πολιτικά δεσμευμένος -ο Αθηναίος Επίκουρος, πάλι, είχε τις δικές του εμπειρίες από την εξωτερική και την εσωτερική πτώση της Αθήνας από τη μετατροπή του Αθηναϊκού κράτους από υποκείμενο της πολιτικής σε απλό αντικείμενο της πολιτικής άλλων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποφασιστική αποχώρηση από την πολιτική ήταν η μόνη λογική στάση -ο αλλοδαπός όμως Αριστοτέλης, από την απόσταση του αμέτοχου τελικά παρατηρητή, κατόρθωσε να αναλύσει με νηφαλιότητα τους γενικούς όρους της ανάπτυξης και της παρακμής μιας πολιτείας.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο το 341 π.Χ. Δέκα χρόνια πριν οι Αθηναίοι είχαν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν την απειλή της αποστασίας της Σάμου από τη Δεύτερη Ναυτική Συμμαχία στέλνοντας εκεί μεγάλο αριθμό πολιτικά έμπιστων Αθηναίων ως κληρούχων. Ανάμεσα τους ήταν και οι γονείς του Επικούρου. Είχε επίσης τρεις αδελφούς, που αργότερα προσχώρησαν όλοι στη σχολή του. Σε μια επιστολή ανέφερε ο ίδιος ότι άρχισε να φιλοσοφεί στα δεκατέσσερα χρόνια του (Διογ. Λαέρτ. 10,2), έκφραση που δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί. Η δυσπιστία είναι δικαιολογημένη, καθότι διάφορες μαρτυρίες στοιχειοθετούν την υπόθεση ότι ο Επίκουρος συνειδητά προσέδωσε στον εαυτό του το ύφος μορφής αντίπαλης και ανταγωνιστικής προς τον Σωκράτη και των Σωκρατικών. Αυτός ο Σωκράτης τονίζει συνεχώς ότι δεν είχε ποτέ πραγματικά κάποιο δάσκαλο, εκτός αν θεωρηθεί δάσκαλος του ο δελφικός Απόλλων. Για τον Επίκουρο η παρέμβαση ενός θεού δεν συζητείται και γι’ αυτό θα πρόβαλλε πιο κατηγορηματικά ότι είναι αυτοδίδακτος και ότι εντελώς μόνος του άρχισε να οικοδομεί τη φιλοσοφία του στην ηλικία που ο νέος άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να θέσει σε κίνηση τη λογική του. Αντίθετα, γνωρίζουμε ότι πριν ακόμη από τα δεκαοκτώ του χρόνια μετοίκησε από τη Σάμο στην Τέω, όπου τότε ένας πολύ περίεργος άνδρας, ο Ναυσιφάνης, δίδασκε ανάμεσα σε άλλα και φιλοσοφία. Ο Ναυσιφάνης χαρακτήριζε τον εαυτό του ως οπαδό της θεωρίας του Αβδηρίτη Δημοκρίτου (που είχε πεθάνει πριν 70 περίπου χρόνια), αλλά δίδασκε και μαθηματικά και ρητορική επιστήμες που ο Επίκουρος αργότερα τις απέρριψε ως άχρηστες και ασήμαντες (τα κείμενα: Diels-Kranz, Die Vorsokratlker, 75). Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι ο Επίκουρος θα παρουσίαζε ποτέ σοβαρά αυτόν τον άνδρα ως δάσκαλο του στη φιλοσοφία, όπως άλλωστε και τον μαθητή του Πλάτωνος Πάμφιλο, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο, ώστε πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Επίκουρος μόνο μια φορά ανέφερε εν παρόδω ότι στα νιάτα του συνάντησε τον άνδρα. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι αντίπαλοι του Επικούρου συνέλαβαν όλο αυτό το πλέγμα και από τη μια μεριά τον παρουσίαζαν ως μαθητή του ελάχιστα εκτιμώμενου Ναυσιφάνη, από την άλλη δε με μοχθηρία εξέφραζαν τη λύπη τους που ο Επίκουρος έχασε τη μοναδική ευκαιρία να μπει στον κόσμο του Πλάτωνος.

Στα δεκαοκτώ του χρόνια (323 π.Χ.) ο Επίκουρος, ως νομοταγής Αθηναίος, γύρισε στην πατρίδα του για να κάνει σύμφωνα με τον νόμο την εφηβεία του, δηλ. τη στρατιωτική του θητεία. Δεν φαίνεται να ήλθε σε επαφή με καμιά από τις δύο φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας: ο Περίπατος, που τον κακολογούσαν όχι αναίτια για συμπάθεια προς τους Μακεδόνες, κάτω από την πολιτική πίεση είχε αναστείλει τη λειτουργία του και ο Αριστοτέλης είχε φύγει στη Χαλκίδα, όπου η οικογένεια του είχε ένα σπίτι και όπου ήταν εγκατεστημένη μακεδόνικη φρουρά (πέθανε εκεί μετά από μερικούς μήνες). Κεφαλή της Ακαδημίας ήταν ο Ξενοκράτης, όμως μια μεταγενέστερη πληροφορία ότι ο Επίκουρος τον είχε ακούσει είναι πιθανώς σκόπιμο εύρημα, που πρέπει όπως πάντα να αντιμετωπίζεται κριτικά.

Το 322 πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του προσπαθούσαν πια να διατηρήσουν την αυτοκρατορία και να αυξήσουν την προσωπική τους ισχύ. Σε αυτήν την προσπάθεια περιλαμβανόταν και μια οξύτατη επίθεση εναντίον της εχθρικής Αθήνας και έτσι ο Περδίκκας διέταξε την απομάκρυνση όλων των Αθηναίων κληρούχων από τη Σάμο. Η οικογένεια του Επικούρου μετοίκησε τότε στον Κολοφώνα, όπου την ακολούθησε και ο ίδιος μετά το τέλος της θητείας του και όπου φαίνεται ότι έμεινε πάνω από δέκα χρόνια. Η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ολόκληρη την περιουσία της στη Σάμο και ζούσε σε πιεστικές οικονομικά συνθήκες. Το ότι οι αντίπαλοι του Επικούρου αργότερα με κακοήθεια διακωμώδησαν τη φτώχεια τη δική του και των συγγενών του είναι δείγμα ύφους της αρχαίας πολεμικής.

Αποφασιστικό υπήρξε για τον Επίκουρο (όπως και ο ίδιος θα αφηγηθεί) το 32ο έτος της ηλικίας του, όταν αποφάσισε «συστήσασθαι σχολήν» (Διογ. Λαέρτ. 10,15), και μάλιστα αρχικά στη Μυτιλήνη της Λέσβου και μετά στη Λάμψακο, όπου δίδαξε συνολικά πέντε χρόνια συνεχώς, δηλ. από το 310 ως το 306 π.Χ. Τους πρώτους, πιο πιστούς και πιο σημαντικούς, μαθητές τους βρήκε στη Λάμψακο. Πρέπει να αναφερθούν ο Λεοντεύς και κυρίως ο Ιδομενεύς, ο οποίος δεν ασχολούνταν μόνο με τη φιλοσοφία και τη συγγραφή (πρώτος έγραψε ένα αναμφισβήτητα οξύτατο στα κύρια σημεία του βιβλίο πολεμικής για τους «Σωκρατικούς», την πρώτη μαρτυρία όπου οι μαθητές του Σωκράτη συμπεριλαμβάνονται σαφώς σε μία ομάδα), αλλά κατέλαβε και σημαντική πολιτική θέση ως σύμβουλος του βασιλιά της Θράκης Λυσιμάχου, πράγμα που έκανε τον Επίκουρο να ανησυχεί κάπως. Σε αυτόν τον παλιό, τον πρώτο κύκλο μαθητών ανήκαν επίσης ο Κολώτης (έγραψε αργότερα ένα περίφημο βιβλίο πολεμικής κατά της Πολιτείας του Πλάτωνος), ο Πολύαινος και η Θεμίστα, η σύζυγος του Λεοντέως.

Πρέπει να υποθέσουμε ότι λόγοι πολιτικοί ανάγκασαν τον Επίκουρο το 306 π.Χ. να εγκατασταθεί στην πατρίδα του και να μεταφέρει εκεί τη σχολή. Ως Αθηναίος δεν είχε καμιά δυσκολία αντίθετα από τους αρχηγούς του Περιπάτου και της Στοάς να αποκτήσει κατάλληλο οικόπεδο και να χτίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωση και τη φιλοσοφική εργασία οικοδομήματα. Φαίνεται όμως ότι σκόπιμα έδωσε στο σύνολο των εγκαταστάσεων τη μορφή μεγάλου κήπου ή άλσους, πρέπει να ήταν γι’ αυτόν βασική ιδέα το να μην ασκείται η φιλοσοφία σε σπουδαστήρια και αίθουσες (και οπωσδήποτε όχι σε δημόσιες στοές), αλλά σε ελεύθερη περιδιάβαση μέσα σε μια απλή, ειρηνική φύση, μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Έτσι και η σχολή του πήρε ακριβώς την ονομασία« Κήπος». Την εποχή του Κικέρωνος επίσης φαίνεται ότι ολόκληρος ο χώρος είχε παραμείνει αναλλοίωτος, όπως τον ήθελε ο Επίκουρος. Έχουμε μιαν επιστολή, όπου ο Κικέρων, παρακινημένος από τους τότε διευθυντές της σχολής, παρακαλούσε επίμονα έναν πλούσιο Ρωμαίο Επικούρειο (που σχεδίαζε να αγοράσει το οικόπεδο, να κατεδαφίσει τα παλιά οικοδομήματα και να χτίσει στην ίδια θέση μια μεγάλη καινούργια έπαυλη) να παραιτηθεί από το ασεβές αυτό εγχείρημα.

Σε αυτόν τον «Κήπο» εργάστηκε και δίδαξε ο Επίκουρος 35 χρόνια. Υπάρχουν πληροφορίες για μερικά ταξίδια σε ξένους φίλους, για την ήσυχη και λιτή ζωή στον φιλικό του κύκλο, στον οποίο ανήκαν άνδρες, γυναίκες, σκλάβοι και όπως σαφώς αναφέρεται μερικές εταίρες (το γεγονός ότι στα έργα των Σωκρατικών οι εταίρες άλλοτε περιγράφονταν ως ταυτόσημες με την έννοια της φαυλότητας και άλλοτε ως ενδιαφέρουσες συνομιλήτριες του Σωκράτη δεν θα πρέπει να μην άσκησε εδώ κάποια επίδραση)· επίσης υπάρχουν πληροφορίες για μια πολύ εκτεταμένη αλληλογραφία του Επικούρου και, τέλος, για την απασχόληση του με τα φιλοσοφικά έργα.

Ο ρόλος που έπαιξε η φιλία στον Επίκουρο και στους μαθητές του θα ξανασυζητηθεί αργότερα. Για να το διατυπώσουμε εξαρχής και καθαρά, η κοινότητα των φίλων (αν αντιπαραθέσουμε τον Πλάτωνα και, ίσως, και τον Αριστοτέλη) αντικαθιστά την πολιτική οργάνωση των πολιτών στο κράτος, από την οποία ο Επίκουρος δεν περιμένει πια τίποτε καλό παρά μόνο εσωτερική και εξωτερική συμφορά. Αλλά και ως μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας η φιλία είναι η τελειότατη (πάλι αντίθετα προς τον Πλάτωνα και συμφωνώντας εν μέρει με τον Αριστοτέλη), σε αντίθεση προς τον έρωτα, στον οποίο ο Επίκουρος δεν μπορεί να δει παρά αυτό που προξενεί ανησυχία, αναστάτωση και κίνδυνο.

Σχετικά με την αλληλογραφία του αξίζει να σημειωθεί ήδη εδώ ότι ο Επίκουρος είναι ο πρώτος αρχαίος που δημοσίευσε μια πραγματική αλληλογραφία από άνθρωπο σε άνθρωπο, ένα μέρος της οποίας μας έχει διασωθεί. Γιατί όσα άλλα έχουμε από αλληλογραφίες (από τον περιώνυμο τύραννο Φάλαρη τον Ακραγαντίνο, τους Σωκρατικούς ως τον Πλάτωνα, τον Ισοκράτη, τον Αριστοτέλη, τον Δημοσθένη), όλα είναι ή ευρήματα φιλολογιζόντων της Ελληνιστικής εποχής ή υπηρεσιακές εγκύκλιοι που στην πραγματικότητα εκ των προτέρων απευθύνονταν σε πολλούς παραλήπτες. Ο Επίκουρος είναι ο πρώτος που πραγματικά αλληλογραφεί και είχε τους λόγους του όπως θα δούμε παρακάτω.

Στην αρχαιότητα και στους μεταγενέστερους χρόνους συχνά ξένισε και προκάλεσε αντιπάθεια η υπερβολή στην έκφραση σεβασμού και τιμής από τους φίλους προς τον Επίκουρο, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτός τη δεχόταν. Η ημέρα των γενεθλίων του γιορταζόταν με επισημότητα κάθε χρόνο -ο ίδιος όρισε στη διαθήκη του ότι στις 20 κάθε μήνα έπρεπε να γίνεται συμπόσιο στη μνήμη του και στη μνήμη του στενού του φίλου Μητροδώρου, που πέθανε πριν από αυτόν. Και σε κάθε ευκαιρία οι φίλοι του τον αντίκριζαν ως θεό είναι γνωστό ότι ο Λουκρητίας στο ποίημα του De rerum natura εγκωμιάζει τον Επίκουρο ως θεό.

Την περίπτωση αυτήν, εν τούτοις, πρέπει να την εξετάσουμε στο ευρύτερο πλαίσιο της. Στο σημείο αυτό της απόδοσης τιμών ο Επίκουρος δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος. Αρκεί εδώ να υπενθυμίσουμε δύο περιπτώσεις, που δεν μπορεί να μην ήταν γνωστές και στον ίδιο. Η πρώτη είναι η περίπτωση του Εμπεδοκλή, που στα δύο ποιήματα του παρουσιάζει τον εαυτό του ως θεό που εκδιώχθηκε από τον κόσμο των Μακάρων, είναι όμως πάντα θεός. Περιγράφει πως, στις περιπλανήσεις του από πόλη σε πόλη, έγινε με σεβασμό δεκτός ως θεός από άνδρες και γυναίκες και υπαινίσσεται ότι διαθέτει γνώσεις και δυνάμεις που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα. Η δεύτερη περίπτωση είναι του Πλάτωνος, για τον οποίο ο ανιψιός του Σπεύσιππος στο Εγκώμιον Πλάτωνος δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι ο Πλάτων δεν ήταν γιος του φυσικού του πατέρα αλλά του Απόλλωνος. Και η Ακαδημία, όσο λειτουργούσε, απέδιδε βαθύ νόημα στα γενέθλια του Σωκράτη και του Πλάτωνος. Στην περίπτωση του Επικούρου προστίθεται βέβαια ένας ακόμη παράγοντας. Ο φιλόσοφος εδώ δεν είναι μόνο αυτός που διδάσκει πώς πρέπει να ζει κανείς, αλλά και ο ίδιος γίνεται υπόδειγμα φιλοσοφικής ζωής. Η αλληλογραφία, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, αποκτά τη σημασία της ακριβώς από το ότι δείχνει πώς ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει συγκεκριμένα τις πιο καθημερινές καταστάσεις της ζωής. Δεν είναι παράξενο ότι ένας φιλόσοφος που κατόρθωνε κάτι τέτοιο γοήτευε και συνάρπαζε όσους τον πλησίαζαν. Δεν είναι επίσης αρνητικό γι’ αυτόν ότι καταλάβαινε καλά πως, για τη διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής, το προσωπικό παράδειγμα που απαιτούσε από τον εαυτό του να δώσει ήταν πολύ πιο σπουδαίο από ένα ορθολογικό σύστημα ηθικής. Έτσι, τελικά κάποιος από τους μαθητές του εξήγησε: «Όταν συγκρίνει κανείς τη ζωή του Επικούρου με των άλλων, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει ως μύθο, εξαιτίας της πραότητας και της αυτάρκειας». Το κρίσιμο σημείο σε αυτήν τη σκέψη είναι ότι αυτή η πραγματικά βιωμένη ζωή υπερέχει πολύ σε παραινετική και παρηγορητική δύναμη από τους φανταστικούς μύθους του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη.

Ο Επίκουρος πέθανε το 270 π.Χ. σε ηλικία 72 χρόνων από εξαιρετικά επώδυνη νεφρολιθίαση. Έχει σωθεί μια σύντομη επιστολή,που έγραψε την τελευταία ημέρα της ζωής του, και η διαθήκη του.

Share:
  • RSS